ἀνυστέρητος
1 que no está falto
ἐκκλησίᾳ θεοῦ ... ἀνυστερήτῳ οὔσῃ παντὸς χαρίσματος
πάντων τῶν αἰτημάτων
2 adv. -ως de manera que no está falto Epiph.Const.Haer.77.18.
1 que no está falto
ἐκκλησίᾳ θεοῦ ... ἀνυστερήτῳ οὔσῃ παντὸς χαρίσματος
πάντων τῶν αἰτημάτων
2 adv. -ως de manera que no está falto Epiph.Const.Haer.77.18.