ἀνυστικός
ἀνυστικός, effective, practical
ἀνῠ-στικός, ή, όν,
- effective, practical, Arist. Phgn. 813a4; τὸ ἀ. D.H. Vett.Cens. 5.2: Comp. -ώτερος Plb. 8.5.3, cf. Archig. ap. Gal. 8.154: Sup., [Longin.] Rh. p.182 H.
efectivo, práctico
τὸ μακρὰ βαίνειν ἀνυστικόν
μία ψυχὴ τῆς ἁπάσης ἐστὶ πολυχειρίας ... ἀνυστικωτέρα
εἶδος διαιρέσεως ... ἀνυστικώτατον εἰς εὕρεσιν
• subst. τὸ ἀνυστικόν:
πομπικός ἐστι πέρα τοῦ ἀνυστικοῦ καὶ χρησίμου
ἀνυστικός, att. ἁνυστικός, ή, όν [ᾰ] qui conduit à un résultat, efficace, Arstt. Physiogn. 6, 44 ; Pol. 8, 5, 3 ||
Cp. -ώτερος, Pol. l. c. ; sup. -ώτατος, Jos. B.J. 1, 17, 8 (var. ἀνυτικωτάτους).
Étym. ἀνυστός.
ἀνυστικός, zum Ziele führend, erfolgreich, Arist. physiogn. 6.44 ; Pol. 8.5 ; auch Sp., καὶ χρήσιμος Dion.Hal. cens. vett. scriptt. 5.2.