ἀπαρκούντως
ἀπαρκούντως, sufficiently
ἀπαρκούντως, Adv., (ἀπαρκέω)
- sufficiently, Poll. 9.154 (perh. f.l. for ἐπαρκούντως).
adv. sobre el part. pres. de
ἀπαρκούντως, hinreichend, VLL.