ἀπάρκτιος Save ἀπάρκτιος, northerly LSJ DGE Bailly 2024 ἀπάρκτιος, α, ον, northerly, πνοαί Lyc. 27. ἀπάρκτιος -α, -ον nórdico πνοαί Lyc.27, cf. Gloss.5.167. ἀπ·άρκτιος, ος, ον, du nord, Lyc. 27. Étym. ἀπο, ἄρκτος.