ἀπαρνητικός
ἀπαρνητικός, denying
ἀπαρν-ητικός, ή, όν,
- denying, Eust. 29.44.
1 negativo
ὑπόσχεσις
2 adv. -ῶς negando
ἀ. φησιν
ἀπαρνητικός, verweigernd, Eust.
ἀπαρνητικός, denying
1 negativo
ὑπόσχεσις
2 adv. -ῶς negando
ἀ. φησιν