ἀπαρθρόομαι
ἀπαρθρόομαι, to be jointed
ἀπαρθρ-όομαι, Pass.,
- to be jointed, ἀπό τινος Hp. Art. 30.
articularse
ὑπὸ τῆς ἄνω γνάθου καὶ ἀπὸ τῆς κεφαλῆς
ἀπαρθρόομαι, to be jointed
articularse
ὑπὸ τῆς ἄνω γνάθου καὶ ἀπὸ τῆς κεφαλῆς