ἀπατιμάζω
ἀπᾰτῑμ-άζω,
- = sq., ἀπητιμασμένη A. Eu. 95.
deshonrar totalmente
ὑφ' ὑμῶν ... ἀπητιμασμένη
ἀπ·ατιμάζω (part. pf. pass. ἀπητιμασμένος) [ῑ] déshonorer, outrager, Eschl. Eum. 95.
ἀπατιμάζω, [ῑ], = ἀπατιμάω, ἀπητιμασμένη Aesch. Eum. 95.
ἀπατιμάζω
= ἀπατιμάω