ἀπασχολητέον
ἀπασχολητέον, one must be engrossed
ἀπασχολ-ητέον,
- one must be engrossed, βιωτικαῖς πράξεσι Aët. 9.23.
hay que entregarse
βιοτικαῖς πράξεσι
ἀπασχολητέον, one must be engrossed
hay que entregarse
βιοτικαῖς πράξεσι