ἀπατήμων
ἀπᾰτ-ήμων, ον, gen. ονος,
- = ἀπατήλιος, Orac. ap. Zos. 1.52.
engañoso
ἀπατήμονες οὔλιοι ἄνδρες
ἀπατήμων, ων, ον, gén. ονος [ᾰᾰ] trompeur, Zos. 1, 52, 9.
Étym. ἀπατάω.
ἀπατήμων, ον, betrügerisch, Sp.