ἀπεξαιρέω
ἀπεξαιρέω, to take out, remove
ἀπεξ-αιρέω,
- take out, remove, τί τινος E. IT 1278 (tm.).
sacar
θεσμὸν μέγαν
• c. gen. quitar
ἀπὸ δ' ἀλαθοσύναν ... ἐξεῖλεν βροτῶν
ἀπεξαιρέω
- to take out, remove, τί τινος Eur.