ἀπεξαρτάω
ἀπεξαρτάω, hang out
ἀπεξ-αρτάω,
- hang out, τι ἐκ τόπου Anon. ap. Suid. s.v. κνυζόμενον.
colgar fuera
κύνας ἐκ τῆς ἐπάλξεως ἀπεξήρτα
ἀπεξαρτάω, hang out
colgar fuera
κύνας ἐκ τῆς ἐπάλξεως ἀπεξήρτα