ἀπηόριος
ἀπηόριος, hanging
ἀπηόριος, α, ον, = sq.,
- hanging, of branches, AP 9.71.
que cuelga
κλῶνες ἀπηόριοι ταναῆς δρυός
ἀπ·ηόριος, ος, ον, c. le suiv. Anth. 9, 71.
ἀπηόριος, hanging
que cuelga
κλῶνες ἀπηόριοι ταναῆς δρυός