ἀποδρέπτομαι
ἀπο-δρέπτομαι,
- = sq., σοφίην AP 10.18 (Marc. Arg.).
coger flores o frutas fig.
σοφίην
ἀπο·δρέπτομαι, c. ἀποδρέπω, Anth. 10, 18.
ἀποδρέπτομαι, = ἀποδρέπω, sp.D.