ἀποδύνω
ἀποδύνω, strip off
ἀποδύνω [ῡ],
- = ἀποδύω, strip off, ἀπέδυνε βοείην Od. 22.364.
quitarse
βοείην
• en v. med.
φάρεα
τὸ ἱμάτιον
ἀπο·δύνω (impf. 3 sg. ἀπέδυνε [ῡ]) dépouiller, Od. 22, 364.
ἀποδύνω, (δύνω), ausziehen, Od. 22.864.
ἀποδύνω = ἀποδύομαι, put off, ipf., Od. 22.364†.