ἀποδρομή
ἀποδρομή, harbour of refuge
ἀποδρομή, ἡ,
- harbour of refuge, σκάφαις dub. in Peripl.M.Rubr. 3.
1 puerto de poco calado, refugio
σκάφαις
2 huída fig.
τὴν ἀχάλινον ἀποδρομὴν ... εἰς ... ἐπιθυμίας
ἀπο·δρομή, ῆς (ἡ) refuge, abri, M. rubr. 3.
Étym. ἀπό, δραμεῖν.
ἀποδρομή, ἡ, das Entfliehen ; die Zuflucht, Arr.