ἀπόδρεψις Save ἀπόδρεψις, plucking off LSJ DGE ἀπό-δρεψις, εως, ἡ, plucking off, Corp.Herm. 18.11. ἀπόδρεψις -εως, ἡ recolección τῶν καρπῶν Corp.Herm.18.11.