ἀποδρύφω
ἀποδρύφω, tear off, strip off
1 rasgar la piel
ἵνα μή μιν ἀποδρύφοι ἑλκυστάζων
μή σε ... διὰ δώματ' ἐρύσσωσ' ... ἀποδρύφωσι δὲ πάντα
μὴ σάρκας ἀποδρύψῃ ὀνύχεσσι
2 en gener. arrancar, desgarrar en v. pas.
ἀπὸ χειρῶν ῥινοὶ ἀπέδρυφθεν
μηδὲ χαλάζῃ ἄκρον ἀποδρυφθῇ δράγματος
ἀποδρύφει
ἀπο·δρύφω (opt. 3 sg. -ύφοι [ῠ]) c. le préc. Il. 23, 187 ; 24, 21.
ἀποδρύφω, = ἀποδρύπτω.
ἀποδρύφω , aor. ἀπέδρυψε, subj. ἀποδρύψωσι, aor. pass. 3 pl. ἀπέδρυφθεν: tear off, strip off; πρὸς πέτρῃσιν ἀπὸ χειρῶν ῥῑνοὶ ἀπέδρυφθεν, Od. 5.435; ἵνα μή μιν ἀποδρύφοι ἑλκυστάζων, ‘tear him,’ i. e. abrade the skin, Il. 23.187, Il. 24.21.