ἀποκαταλλάσσω
ἀποκαταλλάσσω, to reconcile again
ἀποκαταλλάσσω, Att. ἀποκαταλλάττω,
- reconcile again, Ep.Eph. 2.16; τὰ πάντα εἰς αὑτόν Ep.Col. 1.20.
reconciliar
τοὺς ἀμφοτέρους ἐν ἑνὶ σώματι τῷ Θεῷ διὰ τοῦ σταυροῦ
ἀπο·καταλλάσσω, att. -άττω, réconcilier complètement, NT. Eph. 2, 16 ; Col. 1, 20.
Strong 604
*†
to reconcile completely: Eph 2:16, Col 1:20, 21.†
ἀποκαταλλάσσω
- to reconcile again, NTest.