ἀποκαρπόω
ἀποκαρπόω, throw off, send out
ἀποκαρπ-όω,
- throw off, send out, φλέβας Hp. Oss. 17:—Med., enjoy the fruits of, τι PAmh. 2.142.15 (iv A.D.).
1 hacer salir, brotar
ἀποκεκάρπωκε ... πολυπλόκους φλέβας
2 en v. med. disfrutar
τῇ ἐπὶ τόπων τυραννίᾳ χρώμενοι ἐμοῦ τελοῦντος ἀποκαρποῦνται
ὅσα δὲ πράττουσιν ἐν τῷ σώματι ... ταῦτα ἀποκαρποῦνται
ἀπο·καρπόω-ῶ, produire des fruits, d’où produire, en gén. Hpc. 279, 34.
ἀποκαρπόω, Früchte treiben ; hervorsprießen lassen, Hippocr.