ἀποκαπνισμός
ἀποκαπνισμός, fumigation
ἀποκαπν-ισμός, ὁ,
- fumigation (v.l.for ὑποκαπνισμός), Dsc. 3.112.
fumigación Dsc.3.112 (var.).
ἀπο·καπνισμός, οῦ (ὁ) fumigation, Diosc. 3, 126.
Étym. ἀπό, καπνίζω.
ἀποκαπνισμός, ὁ, Einräucherung, Diosc.