ἀποκατέχω
ἀποκατέχω, hold bound
ἀποκατ-έχω,
- hold bound, ἐσχάταις τιμωρίαις IG 14.872 (Cumae, dub. l.).
ἀποκατέχω, (ἔχω), ab- u. zurückhalten ?
ἀποκατέχω, hold bound