ἀποκαταρρέω
ἀποκαταρρέω, flow down from
ἀποκατα-ρρέω,
- flow down from, ἀπό τινος Hp. Aph. 7.30.
fluir hacia abajo
ἀπὸ τῆς κεφαλῆς καταρρεῖ
ἀπο·καταρρέω, découler, Hpc. Aph. 1259 dout.
ἀποκαταρρέω, (ῥέω), daran herabfließen.