ἀπόκαυλος Save LSJ Bailly 2024 Pape ἀπόκαυλος, ον, f.l. in Thphr. HP 7.2.4. ἀπό·καυλος, ος, ον, c. ἄκαυλος, Th. H.P. 7, 2, 4. Étym. ἀπό, καυλός. ἀπόκαυλος, ohne Stiel od. Stengel, Theophr.