ἀποκλεισμός
ἀποκλεισμός, exclusion
ἀπο-κλεισμός, ὁ,
- exclusion, Arr. Epict. 4.7.20, Artem. 3.54; but, prison, Aq. Ps. 141(142).8.
1 exclusión
ἀποκλεισμὸς ἐμοί οὐ γίνεται
no se me puede cerrar el paso
2 encierro
ἐξάγαγε ἐξ ἀποκλεισμοῦ τὴν ψυχήν μου
ἀποκλεισμός, οῦ (ὁ) c. le préc. Arr. Epict. 4, 7, 20 ; Aqu. Ps. 141, 10.