Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀποκολάπτω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀπόκλυσις
ἀποκλώθω
ἀπόκλωμα
ἀποκλωνεῖ
ἀποκμητέον
ἀπόκναισις
ἀποκναίω
ἀποκνάω
ἀποκνεύομαι
ἀποκνέω
ἀπόκνησις
ἀπόκνησμα
ἀποκνητέον
ἀποκνητέος
ἀποκνίζω
ἀπόκνισις
ἀπόκνισμα
ἀποκνισσόομαι
ἀποκογχίζω
ἀποκογχύζω
ἀποκοιλαίνω
ἀποκοιμάομαι
ἀποκοίμησις
ἀποκοιμίζω
ἀποκοινόω
ἀποκοινώνητος
ἀποκοιτέω
ἀποκοιτία
ἀπόκοιτος
ἀποκολακεύω
ἀποκολάπτω
ἀποκόλαστος
ἀποκολλάω
ἀποκολοκαύτωσις
ἀποκολοκύντωσις
ἀποκολούω
ἀποκολπόομαι
ἀποκολπόω
ἀποκολυμβάω
ἀποκομάω
ἀποκομιδή
ἀποκομίζω
ἀποκομιστής
ἀποκομιστικός
ἀπόκομμα
ἀποκομματικός
ἀποκομπάζω
ἀποκονδυλόομαι
ἀποκονίω
ἀποκοντόομαι
ἀποκοντόω
Ἀπόκοπα
ἀποκοπέομαι
ἀποκοπή
Ἀποκοπίτης
ἀποκοπόομαι
ἀπόκοπος
ἀποκοπρόομαι
ἀποκοπτέον
ἀποκοπτέος
ἀποκοπτικός
…
ἀποκολάπτω
Save
Pape
ἀποκολάπτω
,
aushauen, losschlagen
?
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}