ἀποκοπτικός
ἀποκοπτικός, fit for cutting off
ἀπο-κοπτικός, ή, όν,
- fit for cutting off, Procl. in R. 2.182, 296K.
apto para separar o eliminar fig. de las τιμωροὶ δυνάμεις del alma,
τῶν ἐν αὐτῇ φαντασιῶν ὑλαίων καὶ ὀρέξεων
ἀ. ἄγγελοι τῆς ὑλικῆς ζωῆς
ἀποκοπτικός, ή, όν, propre à retrancher, gén. Procl. Plat. Rsp. t. 2, p. 182, 30 ; p. 296, 7.