Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀποκομματικός
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀπόκνισις
ἀπόκνισμα
ἀποκνισσόομαι
ἀποκογχίζω
ἀποκογχύζω
ἀποκοιλαίνω
ἀποκοιμάομαι
ἀποκοίμησις
ἀποκοιμίζω
ἀποκοινόω
ἀποκοινώνητος
ἀποκοιτέω
ἀποκοιτία
ἀπόκοιτος
ἀποκολακεύω
ἀποκολάπτω
ἀποκόλαστος
ἀποκολλάω
ἀποκολοκαύτωσις
ἀποκολοκύντωσις
ἀποκολούω
ἀποκολπόομαι
ἀποκολπόω
ἀποκολυμβάω
ἀποκομάω
ἀποκομιδή
ἀποκομίζω
ἀποκομιστής
ἀποκομιστικός
ἀπόκομμα
ἀποκομματικός
ἀποκομπάζω
ἀποκονδυλόομαι
ἀποκονίω
ἀποκοντόομαι
ἀποκοντόω
Ἀπόκοπα
ἀποκοπέομαι
ἀποκοπή
Ἀποκοπίτης
ἀποκοπόομαι
ἀπόκοπος
ἀποκοπρόομαι
ἀποκοπτέον
ἀποκοπτέος
ἀποκοπτικός
ἀποκοπτός
ἀποκόπτω
ἀποκορακόω
ἀποκορεῖν
ἀποκορέννυμι
ἀποκορέω
ἀποκορσόομαι
ἀποκορσόω
ἀποκορυφόω
ἀποκορύφωσις
ἄποκος
ἀποκος
ἀποκοσκίνημα
ἀποκοσμέω
ἀποκόσμιος
…
ἀποκομματικός
Save
DGE
ἀποκομματικός
-ή, -όν
abreviado
,
apocopado
λεξείδιον
Phot.s.u.
ψό
(p.269).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}