ἀποκονδυλόομαι
ἀποκονδυλόομαι, become condylomatous
ἀποκονδῠλόομαι,
- become condylomatous, Paul.Aeg. 3.75.
convertirse en un bulto calloso, un condiloma
ἐπειδὴ δὲ συμβαίνει τὰς ῥαγάδας ... ἀποκονδυλοῦσθαι