ἀποκολυμβάω
ἀποκολυμβάω, to dive and swim away
ἀποκολυμβάω,
- dive and swim away, Th. 4.25, D.C. 49.1.
tirarse al agua, salvarse a nado en el mar
μίαν ναῦν ... ἀπώλεσαν τῶν ἀνδρῶν ἀποκολυμβησάντων
εἰς τὰν θά[λασ]σαν
εἰς τὸν ποταμόν
φθειρομένων ... τῶν σκαφῶν ἀπεκολύμβησαν
ἀπο·κολυμβάω-ῶ, se sauver à la nage, Thc. 4, 25 ; DC. 49, 1.
ἀποκολυμβάω, durch Schwimmen entkommen, Thuc. 4.25.
ἀποκολυμβάω
- to dive and swim away, Thuc.