ἀποκόλαστος
ἀποκόλαστος, unpunished
ἀποκόλαστος, ον,
- unpunished, Zos.Alch. p.241 B.
no castigado
διὰ τὸ ... τὸν ἐπιχειροῦντα ἀποκόλαστον γίνεσθαι
ἀποκόλαστος, unpunished
no castigado
διὰ τὸ ... τὸν ἐπιχειροῦντα ἀποκόλαστον γίνεσθαι