ἀποσκέπω
ἀποσκέπω, give shelter from
ἀποσκέπω,
- give shelter from, τὸν βορέαν Arr. Epict. 3.22.65.
- II strip, τὸ δέρμα Hsch. s.v. ἀπεσκόλυπτεν.
de lugares estar al abrigo de
τὸν Βορέαν
• fig. proteger, resguardar
παιδείας ἀληθινῆς ... ἀποσκεπούσης τοὺς ἑαυτῆς θιασώτας
τινὶ καρτερῷ τειχίῳ
ἀποσκέπω, = ἀποσκεπάζω, Hesych.