ἀποσκεπής Save DGE Bailly 2024 ἀποσκεπής -ές descubierto, destapado χὡς θῆρες βαίνεσκον ἀποσκεπέεσι μέλεσσιν Orac.Sib.1.37. ἀποσκεπής, ής, ές, découvert, Sib. 1, 37. Étym. ἀποσκέπω.