ἀπόσκημμα
ἀπόσκημμα, support, prop
ἀπόσκημμα, ατος, τό,
- support, prop, A. Fr. 18.
- II = ἀπόσκηψις, Ruf. ap. Orib. 45.30, Gal. 18(2).133, Simp. in Epict. p.37 D.
1 apoyo A.Fr.18.
2 medic. condensación o concentración de humores, absceso
εἰς τὴν τῶν ἐσομένων ἀποσκημμάτων πρόγνωσιν
ἀποσκήμματα ποιεῖ φθοροποιὰ εἰς τὰ μόρια
Περὶ ἀποσκημμάτων
ἀπόσκημμα, ατος (τὸ)
1 appui, point d’appui, Eschl. fr. 16 ||
2 abcès, Gal. 11, 116.
Étym. ἀποσκήπτω.
ἀπόσκημμα, τό, = ἀπόσκηψις, Aesch. frg. 17.