ἀποσκοτίζω
ἀποσκοτίζω, darken
ἀποσκοτ-ίζω,
- darken, c. gen., τῆς ἐκείνου [θεοῦ] ἐνοράσεως ἑαυτὸν ἀπεσκότισε Porph. Marc. 13.
- II remove darkness, σμικρὸν ἀποσκοτίσαι κελεύοντος stand out of his light, Plu. Exil. 2.605e; ἀποσκότησόν μου is f.l. in D.L. 6.38.
1 oscurecer, fig. privar
τῆς ἐκείνου ἐνοράσεως ἑαυτὸν ἀπεσκότισε
2 dejar de hacer sombra
σμικρὸν ἀποσκοτίσαι κελεύσαντος
ἀποσκοτίζω (ao. ἀπεσκότισα) c. ἀποσκοτέω, Plut. M. 605d.
ἀποσκοτίζω, den Schatten wegnehmen, σμικρὸν ἀποσκοτίσαι, ein wenig aus dem Lichte gehen, Plut. exil. 15.