ἀποσμήχω
ἀποσμήχω, wipe off
ἀποσμ-ήχω,
- = ἀποσμάω, Pherecyd. 33 J., Sor. 1.81, Paus. 5.5.11, Luc. Tim. 54, Them. Or. 32.359c:—Pass., c. dat., to be smeared with, Gp. 16.18.2.
1 enjugar, secar
τὸν ἰόν
• rebañar
τὰ τρύβλια τῷ λιχανῷ
χυτὸν ὄμβρον
ἱδρῶτας
αὐχμόν
τὸ σῶμα
• limpiar
φῦκος ἀποσμήξασα καὶ ἄνθεα πικρὰ θαλάσσης
ψῶραν καὶ λέπραν
ἀποσμηχθῆναι τὰς ἐκ τῶν βλεφάρων δασύτητας
• abs. limpiar una herida
ἀπόσμηχε οἴνῳ
2 frotar, untar
(κεφαλήν) τούτοισι
ἀποσμηχθέντων τῶν πεπονθότων μερῶν σποδιᾷ θερμῇ
ἀπο·σμήχω (ao. 2 pass. ἀπεσμήχην) essuyer, Paus. 5, 5, 11 ; Luc. Tim. 54 ||
Moy. m. sign. Rhét. 1, 639 W.
ἀποσμήχω, = ἀποσμάω, Luc. Tim. 54.
ἀποσμήχω
= ἀποσμάω