About Report a problem

Menu

ἀποσκώπτω

ἀποσκώπτω, to banter, rally

ἀποσκώπτω,
  • banter, rally, Θαλῆν ἀστρονομοῦντα . . θεραπαινὶς ἀποσκῶψαι λέγεται Pl. Tht. 174a; ἀ. πρός or εἴς τινα, jeer at one, D.C. 48.38, Luc. Herm. 51, etc.; ἐπί τινι D.C. 60.33; εἴς τινα ἐπίγραμμα D.L. 5.11.

Saved

Recent