ἀποσκύλλω
ἀποσκύλλω, pull, tear off
ἀποσκύλλω,
- pull, tear off, aor. Med. ἀποσκύλαιο λάχνην Nic. Th. 690.
ἀπο·σκύλλω (ao. opt. moy. 2 sg. -σκύλαιο) dépouiller, Nic. Th. 690.
ἀποσκύλλω, abziehen, λάχνην ἀποσκύλαιο Nic. Th. 690, Schol. ἐκδείρειας.