ἀπούλωτος
ἀπούλωτος, free from scar
ἀπούλ-ωτος, ον,
- free from scar, prob. in Plu. Suav. 2.1091e (for ἀπουλώτιστος: ἀμωλώπιστος Bern.).
ἀπούλωτος, free from scar