ἀπούρησις
ἀπούρησις, making water
ἀπούρ-ησις, εως, ἡ,
- making water, Anon.Lond. 30.6, Sor. 1.66, Ruf. ap. Aët. 11.29, Aret. SD 2.3.
micción
διὰ τὰς ἀπουρήσεις ἀποκρίνεσθαι εἰς τὸ ἐκτός
προθυμίη ἀπουρήσιος
ἀπούρησις, εως (ἡ) action de rejeter en urinant ou d’uriner, Arét. p. 53, 25.
Étym. ἀπουρέω.
ἀπούρησις, ἡ, das Urinlassen, Medic.