ἀπόγνοια
ἀπόγνοια, despair of
ἀπόγνοια, ἡ, (ἀπογιγνώσκω)
- despair, τοῦ κρατεῖν Th. 3.85.
desconfianza, desesperación
ὅπως ἀπόγνοια ᾖ τοῦ ἄλλο τι ἢ κρατεῖν τῆς γῆς
ἀπόγνοια, ας (ἡ) désespoir, Thc. 3, 85.
Étym. cf. ἀπογιγνώσκω.
ἀπόγνοια, ἡ, Verzweiflung, τοῦ κρατεῖν Thuc. 3.85.
ἀπόγνοια
from ἀπογιγνώσκω
- despair of a thing, c. gen., Thuc.