ἀπογέννημα
ἀπογέννημα, offspring
ἀπογένν-ημα, ατος, τό,
- offspring, Ti.Locr. 97e, Ael. NA 15.8.
1 producto, resultado total Ti.Locr.97e,
ἀ. εἶναι κρυστάλλου
ὁμοίως δὲ καὶ τὸ ποσὸν μέρος τοῦ ἐκ τῆς οὐσίας καὶ τοῦ ποσοῦ καὶ τῶν ἄλλων ἀπογεννήματος
2 vastago
ἓν καὶ μόνον ἀ.
ἀπογέννημα, ατος (τὸ) progéniture, T. Locr. 97e ; El. N.A. 15, 8 ;.
Étym. ἀπογεννάω.
ἀπογέννημα, τό, das woraus Erzeugte, Tim.Locr. 97e ; Ael. N.A. 15.8.