ἀπόγευσις
ἀπόγευσις, tasting
ἀπόγευ-σις, εως, ἡ,
- tasting, τῶν παθῶν Olymp. in Alc. p.6 C., cf. PMag.Leid.W. 9.34.
1 acción de probar
τῶν παθῶν
2 poción mágica, bebedizo
προορατιχοὶ γίγνονται τοῦ μέλλοντός τινες ἐκ τῶν καλουμένων ἀπογεύσεων
ἔστι δὲ ἡ σκευὴ τῆς ἀπογεύσεως αὕτη