ἀπογένεσις
ἀπογένεσις, decease
ἀπογένεσις, εως, ἡ,
- decease, τὰς τῶν ψυχῶν γενέσεις καὶ ἀ. Porph. Antr. 31, cf. 24, Plot. 3.4.6.
muerte
συμβόλοις περιόδοις χρώμενοι γενέσεως καὶ ἀπογενέσεως
τῶν ψυχῶν γενέσεις καὶ ἀπογενέσεις
ψυχαῖς ... ἀπογενέσεως
τῶν γεννωμένων
ἀπογένεσις, εως (ἡ) action de quitter la vie, Plot. Enn. 1, 519 Creuz.
Étym. ἀπογίγνομαι.