ἀπόδειπνος Save LSJ DGE Pape ἀπόδειπν-ος, ον, = ἄδειπνος, Hsch. ἀπόδειπνος -ον que no ha cenado Hsch. ἀπόδειπνος, vom Essen herkommend ; = ἄδειπνος Hesych.