ἀπόδεξις
ἀπόδεξις, acceptance
ἀπόδεξις, εως, ἡ, (ἀποδέχομαι)
- acceptance, τῶν ἀπονεμομένων M.Ant. 10.8; πρὸς τοὺς φίλους OGI 227.13 (Milet., iii B. C.).
- II Ion. for ἀπόδειξις.
aceptación
ἀγάπησις ἀπόδεξις παντελής
el amor es una aceptación totalπρὸς τοὺς φίλους
ἀ. τῶν ὑπὸ τῆς κοινῆς φύσεως ἀπονεμομένων
1 ἀπόδεξις, εως (ἡ) action de recevoir, M. Ant. 10, 8.
Étym. ἀποδέχομαι.
2 ἀπόδεξις, v. ἀπόδειξις.
2. ἀπόδεξις Ion. voor ἀπόδειξις.
ἀπόδεξις ², ion. = ἀπόδειξις, Her.