ἀποδείρω Save LSJ DGE Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape ἀποδείρω, Ion. for ἀποδέρω. ἀποδείρω v. ἀποδέρω. ἀποδείρω, v. ἀποδέρω. ἀποδείρω Ion. voor ἀποδέρω. ἀποδείρω, ion. = ἀποδέρω, Her. 4.64.