ἀπολαυτικός Save DGE Bailly 2024 ἀπολαυτικός -ή, -όν destinado al placer τοῦ πλούτου ἡ χρῆσις op. οἰκονομική Basil.M.31.288B. ἀπολαυτικός, ή, όν, c. ἀπολαυστικός, Bas. 3, 288 Migne.