ἀπόνητο Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Cunliffe Homer ἀπόνητο, v. ἀπονίναμαι. ἀπόνητο, v. ἀπονίνημι. ἀπ-όνητο indic. stamaor. 3 sing. van ἀπονίναμαι. ἀπόνητο 3 sing. aor. mid. ἀπονίνημι.