ἀπόρρηγμα
ἀπόρρηγμα, a fragment
ἀπόρρηγμα, ατος, τό,
- fragment, Plu. Dio 46, Sch. Il. 2.755.
fragmento Plu.Dio 46, Sch.Er.Il.2.755 (ap. crít.).
ἀπόρρηγμα, ατος (τὸ) fragment, Plut. Dio. 46.
Étym. ἀπορρήγνυμι.
ἀπόρρηγμα, τό, das Abgerissene, Plut. Dion. 46.
ἀπόρρηγμα
from ἀπορρήγνῡμι
- a fragment, Plut.