ἀπότιλμα
ἀπότιλμα, a piece plucked off
ἀπό-τιλμα, ατος, τό,
- piece plucked off, γραιᾶν ἀποτίλματα πηρᾶν pluckings, Theoc. 15.19.
pelo o hilacha arrancados
γραιᾶν ἀποτίλματα πηρᾶν
pelusa, borra de alforjas viejas
ἀπότιλμα, ατος (τὸ) pièce, morceau arraché, Thcr. Idyl. 15, 19.
Étym. ἀποτίλλω.
ἀπότιλμα, τό, das Abgerupfte, Theocr. 15.19.
ἀπότιλμα
from ἀποτίλλω
- a piece plucked off, Theocr.